αγκαζάρω


αγκαζάρω
αγκαζάρω, αγκαζάρισα, αγκαζαρισμένος βλ. πίν. 55

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγκαζάρω — (λ. γαλλ.), αγκαζάρισα 1. προαγοράζω, δεσμεύω: Αγκαζάρισα τρεις θέσεις στο τρένο για αύριο το πρωί. 2. εξασφαλίζω κάτι για τον εαυτό μου: Σε αγκαζάρω για αύριο βράδυ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγκαζάρω — 1. δεσμεύω κάποιον με πρόσκληση, την οποία αποδέχτηκε, ή αποσπώντας εκ τών προτέρων την υπόσχεση του 2. αποκτώ δικαιώματα προτεραιότητας 3. προαγοράζω, καπαρώνω, εξασφαλίζω για τον εαυτό μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. engage (= δεσμευμένος) + παραγ.… …   Dictionary of Greek

  • αγκαζάρισμα — το [αγκαζάρω] 1. ανάληψη υποχρεώσεως για την εκτέλεση έργου 2. απόκτηση προτεραιότητας σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • κλείνω — (AM κλείω, Μ και κλείνω, Α ιων. τ. κληΐω, παλ. αττ. τ. κλῄω, δωρ. τ. κλάῳ και κλᾴζω) 1. (μτβ. και αμτβ.) δημιουργώ φραγμό για να εμποδίσω την είσοδο ή την έξοδο, κάνω κάτι να παύσει να είναι ανοιχτό, κλείνω, κλειδώνω, σφαλώ (α. «κλείνω το… …   Dictionary of Greek

  • αγκαζέ — (λ. γαλλ.) 1. ως παθ. μτχ. του αγκαζάρω δεσμευμένος, πιασμένος: Το τραπέζι είναι αγκαζέ. 2. ως επίρρ. τροπ., πιασμένοι μπράτσο με μπράτσο: Για πολλή ώρα περπατούσαν αγκαζέ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)